Meaning of μουρτζούφλης | Babel Free
Ορισμοί
- ο περιφρονημένος, ο προπηλακισμένος, που τον έχουν μουρτζουφλήσει
- ο μελαγχολικός και απομονωμένος
- άκεφος, κατσούφης, σκυθρωπός
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.