Meaning of μουρντάρης | Babel Free
/muɾˈda.ɾis/Ορισμοί
- που έχει πολλές εξωσυζυγικές σχέσεις ή συνηθίζει να απατά τη σύντροφό του
-
άνθρωπος ακάθαρτος, βρομιάρης vulgar
Παραδείγματα
“※ Ο Διονυσιάδης ήτανε μουρντάρης. Τα είχε με κάποια θεατρινούλα του θιάσου Πεταλά, που δούλευε τότε στο θέατρό του. Η γυναίκα του, ζηλιάρα, του 'κανε καθημερινές σκηνές. (Κώστας Αρκουδέας, Το χαμένο Νόμπελ: Μια αληθινή ιστορία, εκδόσεις Καστανιώτη, 2015 https://www.google.gr/books/edition/%CE%A4%CE%BF_%CF%87%CE%B1%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF_%CE%9D%CF%8C%CE%BC%CF%80%CE%B5%CE%BB/3m-xCwAAQBAJ?hl=en&gbpv=1&dq=%CE%BC%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%BD%CF%84%CE%AC%CF%81%CE%B7%CF%82&pg=PT99&printsec=frontcover)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.