Meaning of μουνόψειρα | Babel Free
/muˈnopsiɾa/Ορισμοί
είδος ψείρας (συνήθως από συκιά κατά το καλοκαίρι) που στο ανθρώπινο σώμα εγκρίνει ως στέγη μόνο τον βουβωνικό χώρο & κυρίως τα γεννητικά όργανα
Παραδείγματα
“Κόλλησα μουνόψειρες από την πρώην μου.”
My ex gave me crabs.
“Με έχει πρήξει αυτή η μουνόψειρα με τις ερωτήσεις του!”
That pain in the arse has been tormenting me with questions!
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.