HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of μουνόπανο | Babel Free

Noun CEFR C2 Specialized
/muˈnopano/

Ορισμοί

  1. πανί που παλαιότερα χρησιμοποιούσαν οι γυναίκες κατά τη διάρκεια της περιόδου· (κατ’ επέκταση) η σερβιέτα
    dated, literally, vulgar
  2. υβριστικός χαρακτηρισμός, συνώνυμο του καθίκι, βρομιάρης, κάθαρμα, τιποτένιος κ.τ.π.
    figuratively, offensive

Παραδείγματα

“Είδες τι έκανε στο αμάξι μου το μουνόπανο;”

Did you see what that cunt did to my car?

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See μουνόπανο used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course