Meaning of μουνόπανο | Babel Free
/muˈnopano/Ορισμοί
-
πανί που παλαιότερα χρησιμοποιούσαν οι γυναίκες κατά τη διάρκεια της περιόδου· (κατ’ επέκταση) η σερβιέτα dated, literally, vulgar
-
υβριστικός χαρακτηρισμός, συνώνυμο του καθίκι, βρομιάρης, κάθαρμα, τιποτένιος κ.τ.π. figuratively, offensive
Παραδείγματα
“Είδες τι έκανε στο αμάξι μου το μουνόπανο;”
Did you see what that cunt did to my car?
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.