Meaning of μουζούρι | Babel Free
/muˈzu.ɾi/Ορισμοί
-
μονάδα βάρους για δημητριακά που χρησιμοποιούνταν στην Κρήτη και αντιστοιχεί σε περίπου 17 κιλά (15 οκάδες σιταριού ή 13 οκάδες κριθαριού) dated
- επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
-
μονάδα έκτασης που αντιστοιχούσε στην ποσότητα του καρπού που χρειαζόταν για να σπαρθεί ένα χωράφι. Εικάζεται ότι ήταν περίπου 400 τετραγωγνικά μέτρα dated, figuratively
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.