Meaning of μοσχομπίζελο | Babel Free
Ορισμοί
ετήσιο αναρριχητικό ανθοφόρο καλλωπιστικό φυτό με γλυκά αρωματισμένα άνθη του γένους Λάθυρος (Lathyrus) της οικογένειας των Φαβίδων (Fabaceae), με προέλευση τη Σικελία, την Κύπρο, τη νότια Ιταλία και τα νησιά του Αιγαίου
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.