Meaning of μονόστηλος | Babel Free
Ορισμοί
- που καταλαμβάνει μία στήλη ή τμήμα της σε μία σελίδα εντύπου η οποία χωρίζεται νοητά σε 3-4 στήλες
- : σκάφος ή πλοίο που φέρει ένα ιστό {κατάρτι)
Παραδείγματα
“μια μονόστηλη καταχώριση”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.