Meaning of μονόδρομος | Babel Free
/moˈno.ðɾo.mos/Ορισμοί
- ανδρικό επώνυμο
- δρόμος όπου η κίνηση οχημάτων επιτρέπεται μόνο προς τη μία κατεύθυνση
-
που αποτελεί τη μοναδική επιλογή figuratively
Ισοδύναμα
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.