Meaning of Μοντρεαλίτης | Babel Free
/mɔn.tɾɛ.aˈli.tis/Ορισμοί
ο κάτοικος ή δημότης του Μόντρεαλ, ή κάποιος που κατάγεται από αυτή την πόλη
demonym
Παραδείγματα
“Οι Μοντρεαλίτες διασκεδάζουν τον χειμώνα με πολλές εξόδους στα χιονοδρομικά κέντρα. (Από το Διαδίκτυο)”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.