HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of μοντέρνος | Babel Free

Adjective feminine CEFR C2 Specialized
/mo(n)ˈdeɾ.nos/

Ορισμοί

  1. που έχει τα χαρακτηριστικά του παρόντος, που τείνει προς το σύγχρονο και την καινοτομία και που αποφεύγει την παράδοση
  2. που έχει σύγχρονες αντιλήψεις και υιοθετεί τις τάσεις της εποχής του
  3. που παρακολουθεί τη μόδα κι ακολουθεί το ρεύμα του συρμού
    especially

Ισοδύναμα

English modern

Παραδείγματα

“Έχω μοντέρνο σπίτι”

I have a modern house

“※ Η γραφή του Ζ. Εσενόζ , σφύζουσα , μοντέρνα , συχνά καινοτόμος , ασθματική , παραστατική , εντονότατα σαρκαστική και αιχμηρή , αποτελεί την ξεχωριστή αρετή αυτού του μυθιστορήματος (περιοδικό Διαβάζω, Ιούλιος-Αύγουστος 2003, σελ. 62)”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See μοντέρνος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course