Meaning of μοντέρνος | Babel Free
/mo(n)ˈdeɾ.nos/Ορισμοί
- που έχει τα χαρακτηριστικά του παρόντος, που τείνει προς το σύγχρονο και την καινοτομία και που αποφεύγει την παράδοση
- που έχει σύγχρονες αντιλήψεις και υιοθετεί τις τάσεις της εποχής του
-
που παρακολουθεί τη μόδα κι ακολουθεί το ρεύμα του συρμού especially
Ισοδύναμα
English
modern
Παραδείγματα
“Έχω μοντέρνο σπίτι”
I have a modern house
“※ Η γραφή του Ζ. Εσενόζ , σφύζουσα , μοντέρνα , συχνά καινοτόμος , ασθματική , παραστατική , εντονότατα σαρκαστική και αιχμηρή , αποτελεί την ξεχωριστή αρετή αυτού του μυθιστορήματος (περιοδικό Διαβάζω, Ιούλιος-Αύγουστος 2003, σελ. 62)”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.