HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of μονοτοπικός | Babel Free

Adjective CEFR C1

Ορισμοί

  1. που ίσχυει ή συμβαίνει μόνο σε συγκεκριμένη τοποθεσία-περιοχή
  2. παγιωτοπικός, τοποστατικός, που δεν μετακινείται, δεν αλλάζει τόπο διαμονής, μη αποδημητικός
  3. καθιστικός, που δεν μετακινείται συχνά

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See μονοτοπικός used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course