Meaning of μονοτοπικός | Babel Free
Ορισμοί
- που ίσχυει ή συμβαίνει μόνο σε συγκεκριμένη τοποθεσία-περιοχή
- παγιωτοπικός, τοποστατικός, που δεν μετακινείται, δεν αλλάζει τόπο διαμονής, μη αποδημητικός
- καθιστικός, που δεν μετακινείται συχνά
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.