μονοπωλώ
Ορισμοί
Ισοδύναμα
12 more languages
العربيةاحتكر
Catalàmonopolitzar
Galegomonopolizar
Italianomonopolizzare
Русскиймонополизировать
Svenskamonopolisera
ไทยผูกขาด
Παραδείγματα
“Η προσωπικότητά του μονοπώλησε τον επαγγελματικό του χώρο επί πολλά χρόνια, έως τον θάνατό του.”
“Μονοπωλούσε τη συζήτηση και δεν μπορούσε να μιλήσει κανένας άλλος.”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free