HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of μονοπωλώ | Babel Free

Verb CEFR B2

Ορισμοί

  1. παράγω και πουλώ κάτι κατ’ αποκλειστικότητα
  2. ασκώ αποκλειστικά κάποια δραστηριότητα
  3. διεκδικώ το προνόμιο να είμαι ο μόνος που γνωρίζει, κατέχει κάτι, που ενδιαφέρει κάποιον

Παραδείγματα

“Η προσωπικότητά του μονοπώλησε τον επαγγελματικό του χώρο επί πολλά χρόνια, έως τον θάνατό του.”
“Μονοπωλούσε τη συζήτηση και δεν μπορούσε να μιλήσει κανένας άλλος.”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See μονοπωλώ used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course