Meaning of μονοπωλώ | Babel Free
Ορισμοί
- παράγω και πουλώ κάτι κατ’ αποκλειστικότητα
- ασκώ αποκλειστικά κάποια δραστηριότητα
- διεκδικώ το προνόμιο να είμαι ο μόνος που γνωρίζει, κατέχει κάτι, που ενδιαφέρει κάποιον
Παραδείγματα
“Η προσωπικότητά του μονοπώλησε τον επαγγελματικό του χώρο επί πολλά χρόνια, έως τον θάνατό του.”
“Μονοπωλούσε τη συζήτηση και δεν μπορούσε να μιλήσει κανένας άλλος.”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.