HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

μονοπωλώ

Ρήμα CEFR B2

Ορισμοί

  1. παράγω και πουλώ κάτι κατ’ αποκλειστικότητα
  2. ασκώ αποκλειστικά κάποια δραστηριότητα
  3. διεκδικώ το προνόμιο να είμαι ο μόνος που γνωρίζει, κατέχει κάτι, που ενδιαφέρει κάποιον

Ισοδύναμα

12 more languages

Παραδείγματα

“Η προσωπικότητά του μονοπώλησε τον επαγγελματικό του χώρο επί πολλά χρόνια, έως τον θάνατό του.”
“Μονοπωλούσε τη συζήτηση και δεν μπορούσε να μιλήσει κανένας άλλος.”

Επίπεδο CEFR

B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
See all B2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη μονοπωλώ σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free