Meaning of μονοπρόσωπος | Babel Free
/mo.noˈpɾo.so.pos/Ορισμοί
που αποτελείται από ή σχετίζεται με ένα πρόσωπο
Παραδείγματα
“※ Ωφελούμενα δύναται να είναι νοικοκυριά, μονοπρόσωπα ή πολυπρόσωπα, ενώ συμπεριλαμβάνονται και τα φιλοξενούμενα άτομα, όπως προκύπτει από τις δηλώσεις φορολογίας του 2016, τα οποία δεν έχουν ίδιο δικαίωμα στην καταβολή κοινωνικού μερίσματος και προσμετρούνται υποχρεωτικά στη φιλοξενούσα οικογένεια. (Ρούλα Σαλούρου, Ποιοι δικαιούνται κοινωνικό μέρισμα και τι ποσό θα λάβουν, Η Καθημερινή, 25 Νοεμβρίου 2017)”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.