Meaning of μονομορφηματικός | Babel Free
/mo.no.moɾ.fi.ma.tiˈkos/Ορισμοί
που έχει μόνον ένα μόρφημα, δεν αναλύεται σε μικρότερα συστατικά μορφήματα
Ισοδύναμα
English
monomorphemic
Παραδείγματα
“οι λέξεις έτσι, τώρα, πώς είναι μονομορφηματικές και ταυτόχρονα, ελεύθερα μορφήματα”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.