Meaning of μονολογήσεις | Babel Free
Ορισμοί
- β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μονολογώ
- θα μονολογήσεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος μονολογώ
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.