Meaning of μονολιθικός | Babel Free
Ορισμοί
- που έχει σχέση με τον μονόλιθο, ανήκει σ’ αυτόν ή αναφέρεται σ’ αυτόν
- που αποτελείται ή έχει φτιαχτεί από μία μόνο πέτρα, έναν λίθο
-
που δύσκολα διασπάται, που είναι ομοιογενής figuratively
-
που δύσκολα αλλάζει ή εξελίσσεται figuratively
Παραδείγματα
“που αποτελείται από, οδηγείται, αναλύεται σε μοναδική εκδοχή - πραγματικότητα”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.