HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of μονολιθικός | Babel Free

Adjective CEFR C1

Ορισμοί

  1. που έχει σχέση με τον μονόλιθο, ανήκει σ’ αυτόν ή αναφέρεται σ’ αυτόν
  2. που αποτελείται ή έχει φτιαχτεί από μία μόνο πέτρα, έναν λίθο
  3. που δύσκολα διασπάται, που είναι ομοιογενής
    figuratively
  4. που δύσκολα αλλάζει ή εξελίσσεται
    figuratively

Παραδείγματα

“που αποτελείται από, οδηγείται, αναλύεται σε μοναδική εκδοχή - πραγματικότητα”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See μονολιθικός used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course