Meaning of μονολεκτικά | Babel Free
/mo.no.le.ktiˈka/Ορισμοί
με μονολεκτικό τρόπο, με μία λέξη
Παραδείγματα
“Απαντάει μονολεκτικά, δε δίνει περισσότερες πληροφορίες.”
“άλλες μορφές: μονολεκτικώς (λόγιο), μονολεχτικά”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.