Meaning of μονολατρεία | Babel Free
Ορισμοί
η λατρεία ενός θεού, ταυτόχρονα με την πίστη στην ύπαρξη πολλών θεοτήτων
Παραδείγματα
“※ Επίσης δεν είναι δυνατόν να γίνη δεκτό , ότι ο θεϊσμός προήλθε από τη μονολατρεία, γιατί το κύριο γνώρισμα του θεϊσμού δεν είναι ο ένας θεός, αλλά και ένας προσωπικός θεός (Ιωάννης Νικολάλου Θεοδωρακόπουλος, Εισαγωγή στη φιλοσοφία, τόμος 4, σελ. 109, 1975)”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.