Meaning of μονοκόκαλος | Babel Free
/mo.noˈko.ka.los/Ορισμοί
-
που έχει (ή μοιάζει να έχει) ένα κόκαλο literally
-
άκαμπτος, δύσκαμπτος figuratively
-
που δεν αλλάζει γνώμη figuratively
Παραδείγματα
“※ Ἦταν λεπτή καί μονοκόκαλη σά γαζέλα. Μοῦ χάιδεψε τόν περτσέ. Μέ κράτησε ἀπʼ τό μπράτσο σφιχτά: «Ἔλα νά σοῦ δώσω ἕνα σεκερλεμέ», μοῦ εἶπε ψιθυριστά.”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.