HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of μονοκόκαλος | Babel Free

Adjective CEFR C1
/mo.noˈko.ka.los/

Ορισμοί

  1. που έχει (ή μοιάζει να έχει) ένα κόκαλο
    literally
  2. άκαμπτος, δύσκαμπτος
    figuratively
  3. που δεν αλλάζει γνώμη
    figuratively

Παραδείγματα

“※ Ἦταν λεπτή καί μονοκόκαλη σά γαζέλα. Μοῦ χάιδεψε τόν περτσέ. Μέ κράτησε ἀπʼ τό μπράτσο σφιχτά: «Ἔλα νά σοῦ δώσω ἕνα σεκερλεμέ», μοῦ εἶπε ψιθυριστά.”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See μονοκόκαλος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course