HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of μονοκατάληκτος | Babel Free

Adjective CEFR C2

Ορισμοί

  1. αυτός που έχει μόνο μία κατάληξη. Στη γραμματική το επίθετο αυτό είναι δόκιμο κυρίως στο ουδέτερο γένος, στον προσδιορισμό των επιθέτων που έχουν μόνον μία κατάληξη για παραπάνω από ένα γένος
  2. ο,η βλάξ στα αρχαία ελληνικά είναι επίθετο διγενές και μονοκατάληκτο

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See μονοκατάληκτος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course