HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of μονοκαλλιέργεια | Babel Free

Noun feminine CEFR C2

Ορισμοί

αγροτικό σύστημα καλλιέργειας ενός μόνο καλλιεργήσιμου φυτού, π.χ. σιτάρι, σε μια συγκεκριμένη γεωργική έκταση για μεγάλο χρονικό διάστημα

Ισοδύναμα

English monoculture

Παραδείγματα

“※ Η σταφιδική κρίση ξέσπασε το 1893 ως απόρροια της μονοκαλλιέργειας και της μονοεξαγωγής της σταφίδας σε συνάρτηση με τη γενική οικονομική δυσπραγία της χώρας και τις αντίξοες διεθνείς συγκυρίες. (*)”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See μονοκαλλιέργεια used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course