Meaning of μονοθέσιος | Babel Free
Ορισμοί
- που έχει μόνον μία θέση (του οδηγού) ή οτιδήποτε διαθέτει μόνον ένα κάθισμα
- που έχει μια θέση δασκάλου με οργανικότητα
Παραδείγματα
“μονοθέσιο αεροσκάφος”
“μονοθέσιο αυτοκίνητο”
“μονοθέσια καμπίνα”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.