HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of μονοθέσιος | Babel Free

Adjective CEFR B2

Ορισμοί

  1. που έχει μόνον μία θέση (του οδηγού) ή οτιδήποτε διαθέτει μόνον ένα κάθισμα
  2. που έχει μια θέση δασκάλου με οργανικότητα

Παραδείγματα

“μονοθέσιο αεροσκάφος”
“μονοθέσιο αυτοκίνητο”
“μονοθέσια καμπίνα”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See μονοθέσιος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course