HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of μονογαμικός | Babel Free

Adjective CEFR C1

Ορισμοί

  1. : που απαγορεύει την παράλληλη σύναψη γάμου με περισσότερα από ένα άτομα
  2. , (ζωολογία): ο ερωτικός σύντροφος που ζευγαρώνει με ένα μόνο άτομο, που παρατηρείται ιδιαίτερα σε πουλιά π.χ. κύκνους, περιστέρια, χελιδόνια κ.λπ.
  3. που δεν συνάπτει ταυτοχρόνως περισσότερες από μία σεξουαλικές σχέσεις

Παραδείγματα

“μονογαμικές κοινωνίες”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See μονογαμικός used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course