Meaning of μονογαμικός | Babel Free
Ορισμοί
- : που απαγορεύει την παράλληλη σύναψη γάμου με περισσότερα από ένα άτομα
- , (ζωολογία): ο ερωτικός σύντροφος που ζευγαρώνει με ένα μόνο άτομο, που παρατηρείται ιδιαίτερα σε πουλιά π.χ. κύκνους, περιστέρια, χελιδόνια κ.λπ.
- που δεν συνάπτει ταυτοχρόνως περισσότερες από μία σεξουαλικές σχέσεις
Παραδείγματα
“μονογαμικές κοινωνίες”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.