HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

μονογαμία

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR C2 Specialized

Ορισμοί

  1. , (ζωολογία): κατάσταση όπου το άρρεν ζευγαρώνει με ένα μόνο θήλυ και το ζευγάρωμα αυτό διαρκεί για πολλές εποχές, ή σ΄ όλη τη ζωή.
  2. , (θρησκεία): νόμιμη παρούσα κατάσταση κοινωνίας γάμου που υποστηρίζεται και από δύο μονοθεϊστικές θρησκείες

Ισοδύναμα

EnglishMonogamy
Españolmonogamia
Françaismonogamie
25 more languages

Παραδείγματα

“Η μονογαμία παρατηρείται σε ορισμένα είδη πουλιών.”

Monogamy is observed in certain bird species.

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη μονογαμία σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free