HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of μονοατομικός | Babel Free

Adjective CEFR C1

Ορισμοί

  1. στοιχεία που αναγκαστικά απαιτούνται ως μονοατομικά γιατί αδυνατούν να μοιραστούν ηλεκτρόνια (ευγενές αέριο)
  2. που αποτελείται από ένα μόνο άτομο

Παραδείγματα

“Το 2009 είχαμε μάθει πως τα μονοατομικά φύλλα άνθρακα που δημιουργήθηκαν για πρώτη φορά πριν από δέκα μόλις χρόνια υπόσχονται να δώσουν διαφανή και εύκαμπτα ηλεκτρονικά για χρήση σε οθόνες και σε ταχύτερους υπολογιστές -με συχνότητα λειτουργίας έως και 100GHz. Η κατασκευή των πρώτων κυκλωμάτων από γραφένιο άνοιξε τότε το δρόμο ακόμα και για την αντικατάσταση του πυριτίου. (*)”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See μονοατομικός used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course