Meaning of μονιμοποιήσω | Babel Free
Ορισμοί
- α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μονιμοποιώ
- θα μονιμοποιήσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος μονιμοποιώ
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.