HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of μοναχοφαγία | Babel Free

Noun CEFR C1

Ορισμοί

  1. η κατάσταση στην οποία κάποιος τρώει μόνος του
  2. ※ μεταφορικά, η πρακτική του μονοφαγά, κάποιου που δεν μοιράζεται τα αγαθά του

Παραδείγματα

“※ επιθυμώντας να διατηρήσει στον εαυτό του το «απροσωπόληπτον και ασκανδάλιστον» προτιμούσε την μοναχοφαγία και απέφευγε τις προσκλήσεις σε γεύματα ακόμη και του αυτοκράτορα (Αργυρή Μπούκα, Πολυτέλεια και ολιγάρκεια κατά τον Ιωάννη Χρυσόστομο, Θεσσαλονίκη 2010 http://ikee.lib.auth.gr/record/126781/files/GRI-2011-6859.pdf)”
“※ Διότι δείχνει ότι οι λεβέντες που διαχειρίζονται τις τύχες της χώρας διακατέχονται από «μοναχοφαγία», η οποία είναι ύψιστη αμαρτία - την έχει καταδικάσει και ο Κύριος, ως γνωστόν. «Ο έχων δύο χιτώνας δίδει τον έναν» είχε πει... (Τα Νέα, 8 Οκτωβρίου 2014 https://www.tanea.gr/2014/10/08/opinions/stigma-kratisi-diadiktyo-0-1/)”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See μοναχοφαγία used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course