Meaning of Μοναστηριώτης | Babel Free
/mo.na.stiɾˈʝo.tis/Ορισμοί
-
αυτός που κατοικεί στο Μοναστήρι ή κατάγεται από αυτό demonym
- ανδρικό επώνυμο
Παραδείγματα
“※ Η Συναγωγή Μοναστηριωτών ιδρύθηκε με δωρεά της Ίντας Αροέστη και αφιερώθηκε στη μνήμη του συζύγου της Ισαάκ. Στην ανέγερσή της συνέβαλλαν επίσης με δωρεές και οι οικογένειες που κατάγονταν από το Μοναστήρι (τη σημερινή Μπίτολα) και είχαν εγκατασταθεί στη Θεσσαλονίκη μετά τους Βαλκανικούς πολέμους (1912-13) και τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο (1914-18) (από το άρθρο «Ανακαινίστηκε η ιστορική συναγωγή Μοναστηριωτών της Θεσσαλονίκης», tovima.gr (13 Μαΐου 2016)· πρόσβαση: 2020-06-17)”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.