HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of μονάλμπουρος | Babel Free

Adjective CEFR C1

Ορισμοί

σκάφος ή πλοίο που φέρει ένα ιστό (κατάρτι)

Παραδείγματα

“※ Όταν χρησιμοποιήθηκαν οι πρώτες μηχανές εσωτερικής καύσης στα καΐκια, η ράντα αντικατέστησε την πρυμνιά ψάθα σε πολλές μπρατσέρες ενώ ακόμα πιο πρόσφατα, συναντιόντουσαν και μονάλμπουρα καΐκια με ράντα. (Τα Πανιά (Β! Μέρος), aegeanwoodenwalls.blogspot.com, 13/2/2007 http://aegeanwoodenwalls.blogspot.com/2007/02/blog-post_13.html)”
“άλλες μορφές: μονάρμπουρος”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See μονάλμπουρος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course