Meaning of μισθοδοτήσει | Babel Free
Ορισμοί
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μισθοδοτώ
- γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μισθοδοτώ
- θα μισθοδοτήσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος μισθοδοτώ
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.