Meaning of μισερός | Babel Free
/mi.seˈros/Ορισμοί
-
ανάπηρος, σακάτης, ατελής (σωματικά ή πνευματικά) familiar
- αυτός που εκφράζει μίσος
Παραδείγματα
“※ ο μισερός λόγος τους κλίνει όλο και δεξιότερα (Βαγγέλης Δεληπέτρος, «Πιο δεξιά ο… τοίχος», News 24/7, 26 Οκτωβρίου 2016)”
“※ Αυτός ο μισερός λόγος πλήρης θρησκευτικού μένους και φανατισμού είναι ό,τι εκφράζει η σημερινή Δεξιά από την Αμερική μέχρι την Ουγγαρία. (Athens Voice, Κλύδωνας, 6 Ιουλίου 2019)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.