Meaning of Μισελέν | Babel Free
/mi.seˈlen/Ορισμοί
- ανδρικό όνομα
- διάκριση που απονέμεται από τον oδηγό ταξιδιών Michelin (οδηγός Michelin, Γκιντ Μισλέν) σε εστιατόρια που θεωρούνται εξαιρετικά στον τομέα της μαγειρικής, με τις βαθμολογίες των αστεριών να κυμαίνονται από ένα έως τρία, με το ένα αστέρι να δηλώνει «πολύ καλή κουζίνα», τα δύο αστέρια «εξαιρετική κουζίνα που αξίζει μια παράκαμψη» (δηλαδή, αξίζει να κάνετε μια παράκαμψη στο ταξίδι σας για να φάτε εκεί) και τα τρία αστέρια «εξαιρετική κουζίνα που αξίζει ένα ξεχωριστό ταξίδι»
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.