Meaning of μιλόρδος | Babel Free
/miˈloɾ.ðos/Ορισμοί
-
o λόρδος (και, ευρύτερα, ο αξιοσέβαστος Βρετανός) dated
- ανδρικό επώνυμο
Ισοδύναμα
English
Milord
Παραδείγματα
“※ Η άλλη ιστορία ηκούσθη να λέγεται στους Δελφούς, τον παρελθόντα αιώνα, όταν Δυτικοί αρχαιολόγοι κατεγίνοντο με την ανεύρεσιν των ερειπίων του περιφήμου Ναού του Απόλλωνος […]. Δεν πρόκειται περί τόσον περί ιστορίας, όσον περί προσπαθείας […] όπως ριφθή φως και δοθή εξήγησις εις τας παραδόξους συνηθείας των Μιλόρδων —δια της οποίας λέξεως εξυπονοούνται ενταύθα όχι οι καθ'εαυτού Βρεττανοί λόρδοι των μεγάλων περιηγήσεων, όπως ο Λόρδος Βύρων, αλλ' απλώς οι υποτιθέμενοι πλούσιοι ξένοι, οι οποίοι επλήρωναν συνεργεία ολόκληρα εργατών δια να ανακαλύψουν ό,τι δια τους χωρικούς δεν εθεωρείτο παρά τελείως άνευ ενδιαφέροντος παληές πέτρες.”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.