Meaning of μιλφάρα | Babel Free
Ορισμοί
ιδιαίτερα επιθυμητή ώριμη γυναίκα, γυναικάρα
familiar
Παραδείγματα
“※ ας θυμηθούμε την ευρέως χρησιμοποιούμενη τα τελευταία χρόνια λέξη μιλφ (< αγγλ. milf) (και μιλφάρα), που δηλώνει την ώριμη (όχι σιτεμένη γυναίκα) που αποτελεί αντικείμενο ερωτικού πόθου. (Η γυναίκα στην ελληνική γλώσσα και λεξικογραφία, ΠΡΩΤΟ ΘΕΜΑ, 19/01/2019 https://www.protothema.gr/stories/article/856829/i-gunaika-stin-elliniki-glossa-kai-lexikografia/)”
“※ Από τις πιο καυτές μιλφάρες στον κόσμο και το αποδεικνύει… Όσο περνούν τα χρόνια, τόσο πιο κούκλα γίνεται! (Fnews, 27/01/2017)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.