Meaning of μιλιέμαι | Babel Free
/miˈʎe.me/Ορισμοί
- ομιλούμαι, χρησιμοποιούμαι
- δέχομαι ούτε ανταλλάσσω κουβέντα με κανέναν λόγω στενοχώριας ή θυμού
- για ανθρώπους που έχουν καλές ή έστω τυπικές σχέσεις, υπάρχει επικοινωνία μεταξύ τους
Παραδείγματα
“η γλώσσα αυτή μιλιέται ακόμα στην Ασία”
“έχασε χτες η ομάδα του και σήμερα δε μιλιέται”
“είχαν μαλώσει άσχημα, αλλά μετά τα βρήκαν και τώρα μιλιούνται”
“μάλωσαν και δεν μιλιούνται”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.