Meaning of μικρόκλιμα | Babel Free
/mi.kɾoˈkli.ma/Ορισμοί
- οι ατμοσφαιρικές συνθήκες ενός συγκεκριμένου τόπου μικρής έκτασης, που διαφέρουν λίγο ή πολύ από τις γειτονικές περιοχές
- άλλη μορφή του μικροκλίμα
Ισοδύναμα
English
microclimate
Παραδείγματα
“※ Σύμφωνα με τη σχετική ανακοίνωση, η τοποθέτηση του χλοοτάπητα, παράλληλα με την σημαντική αύξηση του πλάτους της νησίδας, δημιουργεί σημαντικό χώρο πρασίνου, ο οποίος εξωραΐζει την εικόνα του οδικού άξονα, αλλά και ταυτόχρονα συμβάλλει σημαντικά στο μικροκλίμα της περιοχής.(«Ολοκληρώθηκαν οι εργασίες τοποθέτησης χλοοτάπητα στην κεντρική νησίδα της Λ. Κηφισιάς στο ύψος του Ψυχικού», skai.gr (08 Φεβρουαρίου 2021)· πρόσβαση: 2021-02-10)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.