Meaning of μηχανουργός | Babel Free
/mi.xa.nuɾˈɣos/Ορισμοί
- τεχνίτης ή τεχνικός, ειδικός στην επιδιόρθωση των μηχανών
- μηχανοχειριστής, τεχνίτης ή τεχνικός ειδικός, στο χειρισμό των μηχανών
- σχεδιαστής μηχανών, μηχανικός σχεδιασμού μηχανών
Ισοδύναμα
English
Machinist
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.