Meaning of μηχανολόγος | Babel Free
Ορισμοί
ειδικευμένος μηχανικός στην κατασκευή, εγκατάσταση, λειτουργία, επίβλεψη και συντήρηση μηχανών και των συναφών εγκαταστάσεων.
Παραδείγματα
“μηχανολόγος αυτοκινήτων, εξωλέμβιων μηχανών”
“μηχανολόγος - ηλεκτρολόγος”
“μηχανολόγος ψυκτικός”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.