HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

μητρόπολη

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR C2 Specialized
miˈtɾo.po.li

Ορισμοί

  1. η πόλη που ίδρυε μια αποικία
  2. μεγάλη πόλη που αποτελεί κέντρο της οικονομικής, πνευματικής, καλλιτεχνικής ζωής
  3. εκκλησιαστική περιφέρεια που διοικείται από επίσκοπο, ο οποίος φέρει τον τίτλο του μητροπολίτη (ή αρχιεπισκόπου)
  4. ο κεντρικός ναός μιας πόλης στην οποία εδρεύει ένας μητροπολίτης

Ισοδύναμα

27 more languages

Παραδείγματα

“※ Στην Αθήνα, τόνισε υψώνοντας λίγο τη φωνή της, λες κι η Αθήνα ήτανε η μητρόπολη του πολιτισμένου κόσμου. (⌘ Σώτη Τριανταφύλλου (2000). Το εργοστάσιο των μολυβιών [μυθιστόρημα])”

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη μητρόπολη σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free