Meaning of μητροσκόπιο | Babel Free
Ορισμοί
όργανο της μαιευτικής - γυναικολογίας το οποίο διαστέλλει τα τοιχώματα του κόλπου για να μπορέσει ο γιατρός να δεί την είσοδο της μήτρας και να την εξετάσει
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.