Meaning of μητάτος | Babel Free
Ορισμοί
-
μικρό βοηθητικό αγροτικό οικοδόμημα με δώμα ιδιαίτερα διαδεδομένο στις Κυκλάδες όπου γεωργοί και κτηνοτρόφοι χρησιμοποιούν ως προσωρινό κατάλυμα και για διάφορες εργασίες ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…)) idiomatic
- ανδρικό επώνυμο
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.