Meaning of μετωπικός | Babel Free
/me.to.piˈkos/Ορισμοί
- που σχετίζεται με το μέτωπο
- που σχετίζεται με το μέτωπο μιας στρατιωτικής παράταξης
- που σχετίζεται με τη συμμαχία ανάμεσα σε οργανώσεις ή ομάδες
- που γίνεται κατά μέτωπο, από μπροστά
- που βρίσκεται ανάμεσα σε δύο -συχνά, διαφορετικές- αέριες μάζες και τις χωρίζει
Παραδείγματα
“(ανατομία) μετωπιαίος”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.