HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

μετεωρίτης

Ουσιαστικό αρσενικό CEFR C2 Specialized

Ορισμοί

  1. που ζει ή έζησε στα Μετέωρα ή κατάγεται από κει
    demonym
  2. ένα ουράνιο σώμα το οποίο πέφτει στην επιφάνεια της Γης χωρίς να διαλυθεί στην ατμόσφαιρα
  3. που μονάζει ή μόνασε στα μοναστήρια των Μετεώρων
  4. ο Μετεωρίτης, από τα Μετέωρα
    adjective

Ισοδύναμα

EnglishMeteorite
Españolmeteorito
Françaismétéorite
40 more languages
العربيةحجر نيزكي
Catalàmeteorit
Češtinameteorit
DeutschMeteorit
Gàidhligdreagag
Galegometeorito
हिन्दीउल्कापिंड
Հայերեներկնաքար
Íslenskaloftsteinn
Italianometeorite
日本語隕石
ქართულიმეტეორიტი
Қазақ тіліметеорит
한국어운석
Kurdîmeteorît
Latviešumeteorīts
Македонскиметеорит
မြန်မာဥက္ကာခဲ
Nederlandsmeteoriet
Polskimeteoryt
Portuguêsmeteorito
Românămeteorit
Русскийметеорит
Slovenčinameteorit
Svenskameteorit
Tagalogbulalato
Українськаметеорит

Παραδείγματα

“Πρώτος κτίτορας της μονής του Μεγάλου Μετεώρου υπήρξε ο όσιος Αθανάσιος ο επονομαζόμενος Μετεωρίτης.”

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη μετεωρίτης σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free