Meaning of μετεξεταστέος | Babel Free
/me.te.kse.taˈste.os/Ορισμοί
που αφορά σπουδαστή (μαθητή, φοιτητή κ.λπ.) που δεν πέρασε κάποιο μάθημα και πρέπει να εξεταστεί πάλι, σε άλλη εξεταστική περίοδο, προκειμένου να προαχθεί σε επόμενη εκπαιδευτική βαθμίδα
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.