Meaning of μετενσαρκωθεί | Babel Free
Ορισμοί
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μετενσαρκώνομαι
- γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μετενσαρκώνομαι
- θα μετενσαρκωθεί: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος μετενσαρκώνομαι
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.