HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of μετεκπαίδευση | Babel Free

Noun CEFR C1
/me.tekˈpe.ðef.si/

Ορισμοί

οργανωμένη και ειδική εκπαίδευση (π.χ. μεταπτυχιακές σπουδές) που πραγματοποιείται μετά το πέρας των κανονικών σπουδών ως συμπλήρωμά τους

Παραδείγματα

“Η μετεκπαίδευση των δασκάλων γινόταν παλαιότερα στο Διδασκαλείο τού Πανεπιστημίου Αθηνών.”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See μετεκπαίδευση used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course