Meaning of μεταρρύθμιση | Babel Free
/me.taˈɾi.θmi.si/Ορισμοί
- σύνολο σημαντικών αλλαγών σε έναν τομέα, που αποσκοπούν στη λύση προβλημάτων, την εύρυθμη λειτουργία του, την προσαρμογή του σε νέα δεδομένα κ.λπ.
- η κίνηση για την αναμόρφωση της Καθολικής Εκκλησίας που ξεκίνησε με τον Μαρτίνο Λούθηρο to 1599 και δημιούργησε τις προτεσταντικές εκκλησίες
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“εκπαιδευτική μεταρρύθμιση”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.