Meaning of μεταρρηματικός | Babel Free
/me.ta.ɾi.ma.tiˈkos/Ορισμοί
ο σχετικός με ή αναφερόμενος σε λέξη που παράγεται από ρήμα
Παραδείγματα
“μεταρρηματικό επίθημα -ητό (ροχαλίζω - ροχαλητό)”
“※ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ Μ. ΜΗΝΑ, ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΕΣ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΛΕΞΕΩΝ ΤΗΣ ΗΠΕΙΡΟΥ”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.