Meaning of μεταποιημένος | Babel Free
Ορισμοί
- που έχει υποστεί μηχανική ή χημική επεξεργασία, που αποτελεί προϊόν της βιοτεχνίας ή της βιομηχανίας
- για ρούχο που το έχουμε μετατρέψει ώστε να ταιριάζει καλύτερα στο σώμα αυτού που το φοράει
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.