Meaning of μεταπλαστεί | Babel Free
/me.ta.plaˈsti/Ορισμοί
- απαρέμφατο παθητικού αορίστου του μεταπλάθω
- γ΄ πρόσωπο ενικού εξαρτημένου τύπου παθητικού αορίστου του μεταπλάθω
Παραδείγματα
“να, ας, αν, ίσως μεταπλαστεί (υποτακτική αορίστου)”
“θα μεταπλαστεί (ενεργητικός στιγμιαίος μέλλοντας)”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.